ποδόστημα
Ορισμοί
η πρυμναία προέκταση της τρόπιδας που ανορθώνεται μέχρι το ανώτερο σημείο της πρύμνης πλοίου, σκάφους ή λέμβου.
Ισοδύναμα
10 more languages
Catalàcodast
Ελληνικάποδόσταμο
Suomiperävannas
日本語船尾材
Portuguêscadaste
Русскийахтерште́вень
Svenskaakterstäv
Παραδείγματα
“το ποδόστημα (ξύλινη ή μεταλλική δοκός) λαμβάνει τη κλίση ανάλογα του τύπου της πρύμνης του σκάφους, αποτελεί δε την ακμή της σύνδεσης των γοφών του σκάφους.”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free