Meaning of ποδηλατήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ποδηλατώ
- θα ποδηλατήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ποδηλατώ
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.