Meaning of πλουσιοπάροχο | Babel Free
Ορισμοί
- αιτιατική ενικού, αρσενικού γένους του πλουσιοπάροχος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του πλουσιοπάροχος
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.