Meaning of πλιατσικολογήσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
- θα πλιατσικολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πλιατσικολογώ
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.