HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πλιατσικολογήσει | Babel Free

Verb CEFR C2

Ορισμοί

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
  2. γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλιατσικολογώ
  3. θα πλιατσικολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πλιατσικολογώ

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πλιατσικολογήσει used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course