Meaning of πληρότητα | Babel Free
Ορισμοί
- το να είναι κάποιος πλήρης / κάτι πλήρες, η ιδιότητα ή η κατάσταση του πλήρους
- το να αισθάνεται κάποιος καλυμμένος και πλήρης απ’ όλες τις απόψεις ή πλευρές, ιδίως εσωτερικά / ψυχικά
- το ποσοστό κάλυψης των διαθέσιμων επιλογών (π.χ. δωμάτια σε ξενοδοχεία)
Παραδείγματα
“Το ευτύχημα είναι ότι φέτος μεγάλη εμφανίζεται η πληρότητα και για τον Σεπτέμβρη. Η μέση πληρότητα στα ξενοδοχεία για τον Σεπτέμβριο είναι της τάξης του 75%. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.