HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πλημμυρικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/pli.mi.ɾiˈkos/

Ορισμοί

που σχετίζεται με την πλημμύρα

Παραδείγματα

“πλημμυρικός κίνδυνος”

flood danger

“※ Ημερίδα με θέμα: Ο πλημμυρικός κίνδυνος στην Ελλάδα”
“※ Οι πλημμυρικοί όγκοι νερού προέρχονται από […] ο πλημμυρικός κίνδυνος είναι συνάρτηση της πιθανότητας εμφάνισης του φυσικού φαινομένου […]”
“※ Έντονη βροχόπτωση το μεσημέρι της Παρασκευής στην πρωτεύουσα με πλημμυρικά φαινόμενα να εντοπίζονται σε περιοχές της δυτικής Αττικής.”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πλημμυρικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course