Meaning of πληκτρολόγιο | Babel Free
/pli.ktɾoˈlo.ʝi.o/Ορισμοί
- ο αριθμός πλήκτρων, με γράμματα, αριθμούς ή άλλα σύμβολα πάνω τους, που είναι τοποθετημένα κατά έναν ορισμένο τρόπο, ώστε να είναι κατάλληλο για το χειρισμό των ανάλογων μηχανισμών και συσκευών κ.λπ.
- (μουσική, προφορικό το μέρος του μουσικού οργάνου όπου βρίσκονται τα πλήκτρα
Παραδείγματα
“το πληκτρόλογιο της γραφομηχανής / του υπολογιστή / του φωτισμού”
“πληκτρολόγιο ενός συνθεσάιζερ / ακορντεόν”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.