HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πληθωρισμός | Babel Free

Noun masculine CEFR C2 Specialized

Ορισμοί

  1. η εμφάνιση ενός ασυνήθιστα μεγάλου αριθμού κάποιων πραγμάτων, πέρα απ’ αυτό που θεωρείται «κανονικό»
  2. η μείωση της αγοραστικής αξίας του χρήματος, ως αποτέλεσμα της αύξησης των τιμών σε μια σειρά καταναλωτικών αγαθών, υπηρεσιών
  3. ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή, ο δομικός πληθωρισμός
  4. η εξαιρετικά ταχεία διόγκωση του χωροχρόνου αμέσως μετά την Μεγάλη Έκρηξη

Ισοδύναμα

English inflation

Παραδείγματα

“※ Οι κοσμολόγοι όμως έχουν προβλέψει ότι ο πληθωρισμός, δηλαδή η απότομη διόγκωση του χωροχρόνου που ξεκίνησε 10⁻³⁴ δευτερόλεπτα μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, ουσιαστικά τέντωσε τα βαρυτικά κύματα και αύξησε το μήκος κύματος σε μετρήσιμα μεγέθη. (* εφημερίδα Το Βήμα)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πληθωρισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course