Meaning of πληθωρισμός | Babel Free
Ορισμοί
- η εμφάνιση ενός ασυνήθιστα μεγάλου αριθμού κάποιων πραγμάτων, πέρα απ’ αυτό που θεωρείται «κανονικό»
- η μείωση της αγοραστικής αξίας του χρήματος, ως αποτέλεσμα της αύξησης των τιμών σε μια σειρά καταναλωτικών αγαθών, υπηρεσιών
- ο γενικός δείκτης τιμών καταναλωτή, ο δομικός πληθωρισμός
- η εξαιρετικά ταχεία διόγκωση του χωροχρόνου αμέσως μετά την Μεγάλη Έκρηξη
Ισοδύναμα
English
inflation
Παραδείγματα
“※ Οι κοσμολόγοι όμως έχουν προβλέψει ότι ο πληθωρισμός, δηλαδή η απότομη διόγκωση του χωροχρόνου που ξεκίνησε 10⁻³⁴ δευτερόλεπτα μετά τη Μεγάλη Έκρηξη, ουσιαστικά τέντωσε τα βαρυτικά κύματα και αύξησε το μήκος κύματος σε μετρήσιμα μεγέθη. (* εφημερίδα Το Βήμα)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.