Meaning of πληθωρικός | Babel Free
/pli.θo.ɾiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με την πληθώρα, που υπάρχει σε μεγάλο βαθμό ή ποσότητα, ο άφθονος
- το άτομο που εξωτερικεύεται με έντονο τρόπο
- που έχει σχέση με τον πληθωρισμό
- που πάσχει από υπεραιμία
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.