Meaning of πληθυσμιακός | Babel Free
/pli.θi.zmi.aˈkos/Ορισμοί
που σχετίζεται με τον πληθυσμό
Παραδείγματα
“πληθυσμιακή ομάδα”
population group
“Η βιομηχανική ανάπτυξη ευθυνόταν σε μεγάλο βαθμό για την πληθυσμιακή έκρηξη των πόλεων κατά την περίοδο αυτή (από το λήμμα Αστικός μαρασμός της Βικιπαίδειας)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.