HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πληθοπορισμός | Babel Free

Noun CEFR C1

Ορισμοί

η πράξη της ανάθεσης καθηκόντων που παραδοσιακά εκτελούνταν από υπάλληλο ή εξωτερικό συνεργάτη, σε μια μεγάλη ομάδα εθελοντών ή μία κοινότητα, μέσω ανοικτής πρόσκλησης

neologism

Παραδείγματα

“※ Ως όρος πρωτοεμφανίστηκε το 2006, ως μία από τις τέσσερις μορφές πληθοπορισμού (crowdsourcing) που διέκρινε εκείνη τη χρονιά ο αρθρογράφος Jeff Howe του περιοδικού «Wired»: Crowd-funding (συλλογική συγκέντρωση χρηματικών κεφαλαίων), Crowd-creation (συλλογική δημιουργία), Crowd-voting (συλλογική ψηφοφορία) και Crowd-wisdom (συλλογική ευφυΐα). (O πληθοπορισμός του πολέμου, ΤΟ ΒΗΜΑ, 29 Μαΐου 2015)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πληθοπορισμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course