Meaning of πλευριτώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος πλευριτώνω
- θα πλευριτώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος πλευριτώνω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.