Meaning of πλερέζα | Babel Free
Ορισμοί
τούλι μαύρου χρώματος που φοριέται στο κεφάλι από γυναίκες που πενθούν και καλύπτει το πρόσωπο
Παραδείγματα
“※ Επειδή ο μακαρίτης ήταν αρκετά τσιγκούνης, δεν υπήρξαν ούτε γόοι ούτε κοπετοί. Μόνο ρυθμικοί λυγμοί ανά διαστήματα. Η Φιλίντα, κάτω από την πλερέζα, κοίταζε σαν χαμένη τριγύρω. (Χρήστος Ναούμ, Γυμνός σε κοινή θέα, εκδ. Καστανιώτη, 2016)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.