Meaning of πλεονεκτικότητα | Babel Free
Ορισμοί
το να είναι κάποιος σε πλεονεκτική θέση, η ιδιότητα του πλεονεκτικού
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.