HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πλεονασμός | Babel Free

Noun CEFR B2
/ple.o.naˈzmos/

Ορισμοί

  1. το φαινόμενο της υπερεπάρκειας, αφθονία
  2. η ίδια σημασία με περισσότερες από μία εκφράσεις (για έμφαση ή για εκφραστικούς λόγους)
  3. η ίδια σημασία με περισσότερες λέξεις ή εκφράσεις που δεν είναι απαραίτητες και χωρίς να υπάρχει πρόθεση εκφραστικότητας

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: με ξέχασε και δε με θυμάται πια”
“ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: πιο μεγαλύτερος, καλυτερότερος”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πλεονασμός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course