Meaning of πλεονασμός | Babel Free
/ple.o.naˈzmos/Ορισμοί
- το φαινόμενο της υπερεπάρκειας, αφθονία
- η ίδια σημασία με περισσότερες από μία εκφράσεις (για έμφαση ή για εκφραστικούς λόγους)
- η ίδια σημασία με περισσότερες λέξεις ή εκφράσεις που δεν είναι απαραίτητες και χωρίς να υπάρχει πρόθεση εκφραστικότητας
Παραδείγματα
“ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: με ξέχασε και δε με θυμάται πια”
“ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ: πιο μεγαλύτερος, καλυτερότερος”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.