HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πλατάγισμα | Babel Free

Noun CEFR B2
/plaˈta.ʝi.zma/

Ορισμοί

η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του πλαταγίζω, ο αμβλύς ήχος που παράγεται κυρίως από πλατιές επιφάνειες που συγκρούονται μεταξύ τους (σημαίες, πανιά, γλώσσα, χείλη κ.λπ.)

Παραδείγματα

“※ Έχασε την ισορροπία του κι έπεσε μ’ ένα πλατάγισμα ανάσκελα στο νερό. (Αλέξανδρος Σχινάς, Το πρόσωπο [διήγημα])”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πλατάγισμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course