Meaning of πλαστουργός | Babel Free
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- αυτός που πλάθει, που δημιουργεί κάτι καινούριο
- ο Τριαδικός Θεός που δημιούργησε την πλάση
Παραδείγματα
“※ δεν είμαι 'γω σπορά της τύχης, ο πλαστουργός της νιας ζωής (Κώστας Βάρναλης)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.