Meaning of πλαστογραφία | Babel Free
/pla.sto.ɣɾaˈfi.a/Ορισμοί
- η ενέργεια με την οποία κάποιος βάζει πλαστή υπογραφή σε έγγραφο
- η δημιουργία πλαστού εγγράφου ή η παραποίηση ενός γνήσιου
Ισοδύναμα
English
Forgery
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.