Meaning of πλαντάζω | Babel Free
Ορισμοί
συγχύζομαι, δυσφορώ, αγανακτώ, θλίβομαι ή νιώθω άλλο αρνητικό συναίσθημα σε πολύ μεγάλο βαθμό
intransitive
Παραδείγματα
“※ Ήπια μονορούφι τη βυσσινάδα κι άρχισα να διαβάζω και χωρίς να το θέλω η φωνή μου έτρεμε από συγκίνηση, Αν η Θοδώρα είχε δακρύσει ακούγοντας το γράμμα, η Βασιλική πλάνταξε στο κλάμα. (Άλκη Ζέη, Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.