Meaning of πλακούντας | Babel Free
/plaˈkundas/Ορισμοί
- όργανο θηλυκών ανωτέρων θηλαστικών που περιβάλλει το έμβρυο και το συνδέει με την μήτρα κατά την εγκυμοσύνη
- τμήμα ωοθήκης φυτού
- ομφάλιος λώρος, τροφοβλάστη
- ονομασία διαφόρων γλυκισμάτων από ζύμη, συνήθως με μέλι, ξηρούς καρπούς και μυρωδικά
- είδος γλυκιάς πίτας από ζύμη, ζάχαρη και διάφορα καρυκεύματα· η σογιόπιττα
- κατάλοιπο της εξαγωγής λαδιού από σπόρους φυτών, το οποίο είναι πλούσιο σε πρωτεΐνες και χρησιμεύει σε ζωοτροφές
Ισοδύναμα
English
Placenta
Παραδείγματα
“Ο πλακούντας αποβάλλεται μετά τον τοκετό.”
The placenta is expelled after birth.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.