Meaning of πλαγιολίσθηση | Babel Free
Ορισμοί
η ολίσθηση με το πλευρικό τμήμα ενός ή περισσότερων οχημάτων, που συνήθως οδηγεί σε ζημιά, ατύχημα ή και δυστύχημα.
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.