Meaning of πλάνεψα | Babel Free
/ˈpla.ne.psa/Ορισμοί
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πλανεύω
- α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής ενεργητικού ενεστώτα του πλανώ
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: πλάνεσα”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.