Meaning of πισσάσφαλτος | Babel Free
/piˈsa.sfal.tos/Ορισμοί
άσφαλτος ορυκτής προέλευσης η οποία προέρχεται από φυσική πηγή ή κατεργασία και η οποία χρησιμοποιείται στην οδοποιία
Παραδείγματα
“※ Σύμφωνα με τις αρχαίες πηγές, άσφαλτος υπήρχε επίσης σε Καρχηδόνα, Κιλικία, Ινδία, Αιθιοπία, στον Ακράγαντα και στην Απολλωνία κοντά στην Επίδαμνο, όπου λόγω της μορφής της ονομαζόταν πισσάσφαλτος.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.