Meaning of πικρόκαρδος | Babel Free
/piˈkro.kar.ðos/Ορισμοί
που έχει κακή, πικρή διάθεση, που η καρδιά του είναι γεμάτη πικρία, που τον έχουν πικροδαρδίσει
literary, rare
Παραδείγματα
“※ Λείπει απ' τον πόλεμο κι' ο γιος τής χρυσομάλλως Θέτης και τον πικρόκαδρο θυμό χροταίνει σ' τα καράβια}}”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.