Meaning of πιθανολογικός | Babel Free
/pi.θa.no.lo.ʝiˈkos/Ορισμοί
- ο σχετικός με αβάσιμες υποθέσεις
- πρόβλεψη με δόλο, σπεκουλάρισμα, σπέκουλα
- πιθανοτικός
Παραδείγματα
“※ Στη γλώσσα της εξήγησης επιχωριάζουν συνήθη ουσιαστικά, ρήματα «δράσης και σκέψης», διαρθρωτικά μόρια και φράσεις σχέσεων ακολουθίας (χρόνου ή αιτίας) και πιθανολογικές εκφράσεις. (Αζέλης Λαμπάτος, Σμπιλίρης, Αλεξανδράκη, Γραπτός Λόγος: Γλώσσα και Λογοτεχνία - Για το Λύκειο και τις Πανελλαδικές, 2020, σελ. 103)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.