HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πιθανολογικός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/pi.θa.no.lo.ʝiˈkos/

Ορισμοί

  1. ο σχετικός με αβάσιμες υποθέσεις
  2. πρόβλεψη με δόλο, σπεκουλάρισμα, σπέκουλα
  3. πιθανοτικός

Παραδείγματα

“※ Στη γλώσσα της εξήγησης επιχωριάζουν συνήθη ουσιαστικά, ρήματα «δράσης και σκέψης», διαρθρωτικά μόρια και φράσεις σχέσεων ακολουθίας (χρόνου ή αιτίας) και πιθανολογικές εκφράσεις. (Αζέλης Λαμπάτος, Σμπιλίρης, Αλεξανδράκη, Γραπτός Λόγος: Γλώσσα και Λογοτεχνία - Για το Λύκειο και τις Πανελλαδικές, 2020, σελ. 103)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πιθανολογικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course