Meaning of πιεζοηλεκτρισμός | Babel Free
/pi.e.zo.i.le.ktɾiˈzmos/Ορισμοί
η δυνατότητα μερικών κρυσταλλικών υλικών να παράγουν ηλεκτρική τάση όταν δέχονται μηχανική τάση ή πίεση
Ισοδύναμα
English
Piezoelectricity
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.