Meaning of πετρελαιοειδής | Babel Free
Ορισμοί
- που μοιάζει σαν πετρέλαιο
- που παράγεται από το πετρέλαιο ή κατά τη διαδικασία παραγωγής του
- πετρελαιοειδές (ή συνηθέστερο στον πληθυντικό πετρελαιοειδή)
Παραδείγματα
“Τουλάχιστον 7.200 τόνοι επικίνδυνα απόβλητα οικοτοξικού χαρακτήρα (πετρελαιοειδείς λάσπες από δεξαμενές των 2 διυλιστηρίων, Ασπροπύργου και Πετρόλα) διακινήθηκαν μέσα από κατοικημένες περιοχές της πόλης στο λιμάνι της Ελευσίνας. (*)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.