HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πετρελαιοειδής | Babel Free

Adjective CEFR C2

Ορισμοί

  1. που μοιάζει σαν πετρέλαιο
  2. που παράγεται από το πετρέλαιο ή κατά τη διαδικασία παραγωγής του
  3. πετρελαιοειδές (ή συνηθέστερο στον πληθυντικό πετρελαιοειδή)

Παραδείγματα

“Τουλάχιστον 7.200 τόνοι επικίνδυνα απόβλητα οικοτοξικού χαρακτήρα (πετρελαιοειδείς λάσπες από δεξαμενές των 2 διυλιστηρίων, Ασπροπύργου και Πετρόλα) διακινήθηκαν μέσα από κατοικημένες περιοχές της πόλης στο λιμάνι της Ελευσίνας. (*)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πετρελαιοειδής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course