Meaning of πεταλωτικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με πεταλωτή, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
- πεταλωτική: η τέχνη του πεταλωτή
- πεταλωτικά: η αμοιβή του πεταλωτή
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.