Meaning of πετάμενος | Babel Free
Ορισμοί
- που πετάει (που ίπταται)
- που τον έχουν πετάξει (σαν κάτι άχρηστο)
-
που έχει ξοδευτεί χωρίς αντίκρισμα figuratively
Παραδείγματα
“πουλί πετάμενο”
“βρέθηκε πεταμένος στο δρόμο”
“πεταμένα λεφτά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.