Meaning of πεσκέσι | Babel Free
Ορισμοί
-
κάτι που προσφέρεται, που δωρίζεται vulgar
- ※ Το μεσημέρι έμειναν μόνοι. Η Λουστρινιώ τους έφτιαξε φρουτάλια με σίγλινα, από τα πεσκέσια. Ο πατέρας έφαγε μπόλικα, με όρεξη - υπήρχε φαγητό. (Μ. Καραγάτσης, Άμρι α Μούγκου, Βιβλιοπωλείο της Εστίας Κολλάρου, 1954, σελ. 37)
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.