Meaning of περιφερειακός | Babel Free
/pe.ɾi.fe.ɾi.aˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με την περιφέρεια, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
- που έχει σχέση με δρόμο που κινείται περιμετρικά μιας αστικής ή οικιστικής περιοχής ή αναφέρεται σ’ αυτόν
Ισοδύναμα
English
peripheral
Παραδείγματα
“περιφερειακό συμβούλιο”
regional council
“περιφερειακή ανάπτυξη”
regional development
“Η Περιφερειακή Ενότητα Χίου”
The Regional Unit of Chios
“Το Περιφερειακό Νευρικό Σύστημα”
The Peripheral Nervous System
“※ Πολλοί πυρήνες αποτελούν την αχτίδα με την αχτιδική επιτροπή. Πολλές αχτίδες, την περιφερειακή επιτροπή. Πολλές περιφερειακές τις περιοχές με τα γραφεία τους και πιο πάνω η Κεντρική Επιτροπή, το κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδας (Γιάννης Μανούσακας, Το χρονικό ενός αγώνα, τόμος 1, εκδ. Γνώση, 1986, σελ. 198)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.