Meaning of περιστασιακός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση ή αφορά μια συγκεκριμένη περίσταση
- που συμβαίνει εξαιτίας ορισμένων συγκυριών ή περιστάσεων
Ισοδύναμα
English
casual
Παραδείγματα
“※ Οι δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ των επιμέρους κοινωνιών των χωρικών είναι εξαιρετικά περιορισμένες, και ο συνδετικός κρίκος που συναρθρώνει όλες αυτές τις κοινωνίες σε ένα σύνολο δεν είναι άλλος από το κράτος, με τους πάγιους αλλά και περιστασιακούς μηχανισμούς του (Κώστας Κωστής, Ξανακοιτώντας την ιστορία του κράτους στην Ελλάδα (19ος - 21ος αιώνας), εκδ. Πατάκης, 2024)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.