HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of περιστασιακός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση ή αφορά μια συγκεκριμένη περίσταση
  2. που συμβαίνει εξαιτίας ορισμένων συγκυριών ή περιστάσεων

Ισοδύναμα

English casual

Παραδείγματα

“※ Οι δυνατότητες επικοινωνίας μεταξύ των επιμέρους κοινωνιών των χωρικών είναι εξαιρετικά περιορισμένες, και ο συνδετικός κρίκος που συναρθρώνει όλες αυτές τις κοινωνίες σε ένα σύνολο δεν είναι άλλος από το κράτος, με τους πάγιους αλλά και περιστασιακούς μηχανισμούς του (Κώστας Κωστής, Ξανακοιτώντας την ιστορία του κράτους στην Ελλάδα (19ος - 21ος αιώνας), εκδ. Πατάκης, 2024)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See περιστασιακός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course