Meaning of περισταλτικός | Babel Free
/pe.ɾi.stal.tiˈkos/Ορισμοί
-
που περιστέλλει, που περιορίζει formal
- που έχει σχέση με τον περισταλτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν, που αφορά τις κυματοειδείς κινήσεις του εντέρου, με τις οποίες προωθείται η τροφή
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.