HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of περισταλτικός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/pe.ɾi.stal.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. που περιστέλλει, που περιορίζει
    formal
  2. που έχει σχέση με τον περισταλτισμό ή αναφέρεται σ’ αυτόν, που αφορά τις κυματοειδείς κινήσεις του εντέρου, με τις οποίες προωθείται η τροφή

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See περισταλτικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course