Meaning of περισκόπιο | Babel Free
/pe.ɾiˈsko.pi.o/Ορισμοί
όργανο με το οποίο μπορεί κάποιος να παρατηρεί τριγύρω, τη στιγμή που βρίσκεται σε πιο χαμηλό σημείο ή μέσα σε κλειστό χώρο
Ισοδύναμα
English
Periscope
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.