περισκόπιο
Ορισμοί
όργανο με το οποίο μπορεί κάποιος να παρατηρεί τριγύρω, τη στιγμή που βρίσκεται σε πιο χαμηλό σημείο ή μέσα σε κλειστό χώρο
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Ο καπετάνιος κοίταξε μέσα από το περισκόπιο του υποβρυχίου.”
The captain looked through the submarine's periscope.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free