Meaning of περιπλεύσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος περιπλέω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος περιπλέω
- θα περιπλεύσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος περιπλέω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.