HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of περιπατητικός | Babel Free

Adjective CEFR C1
/pe.ri.pa.ti.tiˈkos/

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με περίπατο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  2. που του αρέσει ο περίπατος, να περπατά
  3. για ασθενή που κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του δεν μένει στο νοσοκομείο αλλά πηγαινοέρχεται
  4. που έχει σχέση με τη σχολή του Αριστοτέλη, τον Περίπατο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  5. περιπατητικοί

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Υπηρεσίες περιπατητικής φροντίδας: Υπηρεσίες εξωνοσοκομειακής και εξειδικευμένης φροντίδας υγείας που παρέχονται στους λήπτες υπηρεσιών υγείας από τα Κέντρα Υγείας. (*)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See περιπατητικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course