Meaning of περιπατητικός | Babel Free
/pe.ri.pa.ti.tiˈkos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με περίπατο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
- που του αρέσει ο περίπατος, να περπατά
- για ασθενή που κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του δεν μένει στο νοσοκομείο αλλά πηγαινοέρχεται
- που έχει σχέση με τη σχολή του Αριστοτέλη, τον Περίπατο ή αναφέρεται σ’ αυτόν
- περιπατητικοί
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“※ Υπηρεσίες περιπατητικής φροντίδας: Υπηρεσίες εξωνοσοκομειακής και εξειδικευμένης φροντίδας υγείας που παρέχονται στους λήπτες υπηρεσιών υγείας από τα Κέντρα Υγείας. (*)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.