Meaning of περιπαίζω | Babel Free
/pe.ɾiˈpe.zo/Ορισμοί
- λέω σε κάποιον πράγματα αστεία, τα οποία όμως τον ενοχλούν, με ευχάριστη συνήθως διάθεση και με σκοπό να διασκεδάσω με τις αντιδράσεις του
-
εξαπατώ κάποιον λέγοντας πράγματα που δεν στέκουν ή δεν έχουν σχέση με το θέμα figuratively, offensive
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.