Meaning of περιορισμένος | Babel Free
/pe.ɾi.o.ɾiˈzme.nos/Ορισμοί
- που έχει περιοριστεί
- που είναι πιο λίγος ή κατώτερος απ’ το κανονικό ή το απαραίτητο
Ισοδύναμα
English
Limited
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.