HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of περιοδολόγηση | Babel Free

Noun CEFR C1
/pe.ɾi.o.ðoˈlo.ʝi.si/

Ορισμοί

η υποδιαίρεση σε χρονικές περιόδους κάποιου γνωστικού αντικειμένου με ιστορική διαδρομή

Ισοδύναμα

English periodization

Παραδείγματα

“η περιοδολόγηση της ελληνικής γλώσσας σε αρχαία, μεσαιωνική και νεότερη είναι χρήσιμη για τη μελέτη κάθε ιστορικής της φάσης ξεχωριστά”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See περιοδολόγηση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course