Meaning of περιλαιμίδα | Babel Free
Ορισμοί
- περιλαίμιο μηχανής (οδηγού μοτοσικλέτας), fleece υφάσματος σκέτης λαιμόκοψης για το ψύχος, fleece λαιμού, γκέτα λαιμού, λαιμουδιέρα, λαιμουδιά, κολάρο, κασκόλ-μανίκι, μανίκι-κασκόλ, γιακάς ψύχους, λαιμόκοψη ψύχους
- αρθρωτό τμήμα πανοπλίας που προστατεύει περιμετρικά τον λαιμό και κυρίως το σβέρκο / τον σβέρκο
Παραδείγματα
“το ίδιο και για μη αρθρωτό τμήμα πανοπλίας ή προστατευτικού εξοπλισμού”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.