Meaning of περικόχλιο | Babel Free
/pe.ɾiˈko.xli.o/Ορισμοί
πρισματικό ή κυλινδρικό αντικείμενο, από μέταλλο ή άλλο υλικό, με κεντρική τρύπα, στο εσωτερικό της οποίας έχει χαραχτεί σπείρωμα, για να περιστρέφεται και να προχωρεί μια βίδα
Παραδείγματα
“Κοχλίωσε τους κοχλίες, από τους οποίους έχεις αφαιρέσει τα περικόχλια. (M. Sanders, Τεχνολογία επικοινωνιών, μτφ. Σ. Ν. Παλαιοκρασά και Ν. Η. Ηλιάδη, Ίδρυμα Ευγενίδου, β΄ έκδοση, Αθήνα 2010)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.