Meaning of περικάρπιο | Babel Free
/pe.riˈkar.pi.o/Ορισμοί
- το περίβλημα του καρπού των φυτών, μέσα στο οποίο βρίσκεται το σπέρμα. Διακρίνεται, από μέσα προς τα έξω, σε ενδοκάρπιο, μεσοκάρπιο και εξωκάρπιο ή επικάρπιο
- το τμήμα του χεριού γύρω από τον καρπό
- οτιδήποτε φοριέται ή τυλίγεται γύρω από τον καρπό του χεριού
Παραδείγματα
“※ Υπάρχουν πολλές ποικιλίες φουντουκιάς που καλλιεργούνται στη χώρα μας. (...) Έχει λεπτό περικάρπιο που αποχωρίζεται εύκολα από το σπέρμα του. (*)”
“※ Πολλά από τα αρχαία που είχε στην κατοχή του ο αρχαιοκάπηλος είναι της 3ης χιλιετίας π.Χ. Πρόκειται για 18 νεολιθικά ειδώλια, 93 λίθινα εργαλεία, τρία χάλκινα περίαπτα (…), 2 χάλκινα περικάρπια, ένα περιλαίμιο και ένα πήλινο ομοίωμα νεολιθικής οικίας. (*)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.