Meaning of περιβολάρη | Babel Free
Ορισμοί
- περιβολάρης, στη γενική του ενικού
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Περιβολάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Περιβολάρης accusative, genitive, singular, vocative
- περιβολάρης, στην αιτιατική του ενικού
- περιβολάρης, στην κλητική του ενικού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.