Meaning of περιβεβλημένος | Babel Free
Ορισμοί
- που περιβάλλεται από κάτι, το φοράει, συνήθως επίσημο ένδυμα ή σχετικό με την άσκηση εξουσίας
-
που περιβάλλεται από κάτι, έχει την αίγλη αυτού που τον περιβάλλει figuratively
Παραδείγματα
“περιβεβλημένος την εσθήτα (του αυτοκράτορα), την τιάρα, τα άμφια”
“περιβεβλημένος με κύρος”
“περιβεβλημένος το μοναχικό σχήμα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.