Meaning of περιαυγάζω | Babel Free
/pe.ɾi.aˈvɣa.zo/Ορισμοί
-
φωτίζω με έντονο φωτός μετάλη έκταση formal, intransitive
-
κάνω κάτι ένδοξο (συνήθως εκκλησιαστικός όρος)
figuratively, formal, transitive
Παραδείγματα
“αστραπές / πυροτεχνήματα περιαυγάζουν τον ουρανό”
“το Θείο Φως περιαυγάζει τις ψυχές”
“Η ακαδημαϊκή του πορεία περιαυγάζεται από τη μεγάλη του συμβολή στην έρευνα.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.