HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of περιέλευση | Babel Free

Noun CEFR B2
/pe.ɾiˈe.lef.si/

Ορισμοί

  1. το πέρασμα της εξουσίας ή της κατοχής από ένα πρόσωπο σε άλλο
  2. το να περιέλθει στην κατοχή άλλου

Παραδείγματα

“η περιέλευση της κυριότητας στους κληρούχους”
“※ Πρόταση για περιέλευση των 'αγνώστου ιδιοκτήτη' ακινήτων στους οικείους Δήμους (ΠΟΜΙΔΑ, e-foroloria.gr, 2019.06.17.)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See περιέλευση used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course