περίθαλψη
Ορισμοί
η παροχή βοήθειας και φροντίδας, η περιποίηση κάποιου
Ισοδύναμα
10 more languages
العربيةحاضن
Češtinaošetřující
Ελληνικάθηλασμός
עבריתי־נ־ק
日本語伽
Latinafetus
Nederlandsziekenhuisverpleging
Portuguêstratamento
Παραδείγματα
“Near-synonyms: μέριμνα f (mérimna), φροντίδα f (frontída)”
“ιατρική περίθαλψη”
medical care
“υγειονομική περίθαλψη”
healthcare
“πρωτοβάθμια περίθαλψη”
primary care
“η περίθαλψη των προσφύγων, ιατροφαρμακευτική περίθαλψη”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free