Meaning of περίγραμμα | Babel Free
/peˈɾi.ɣɾa.ma/Ορισμοί
- η γραμμή που βρίσκεται στην εξωτερική περίμετρο ενός σχήματος ή πράγματος, που το περιβάλλει
-
η γενική ιδέα, η περίληψη ενός σχεδίου, παρουσίασης κ.λπ. figuratively
Παραδείγματα
“※ Οπότε την επόμενη μέρα ο Μπίθρος γύρισε στο σχολείο και είπε στους καθηγητές και τους μαθητές ότι ο διευθυντής τους είχε πεθάνει, και κόλλησε ένα αναγγελτήριο της κηδείας με μαύρο περίγραμμα στο προαύλιο...”
“※ Το θολό φινιστρίνι καδράριζε το γκρίζο περίγραμμα της στεριάς που ξεμύτιζε πέρα στον ορίζοντα με την μπλε λωρίδα να έρχεται και να φεύγει, μέχρι που το πελώριο κύμα θρυμμάτισε την εικόνα, την εξαφάνισε πίσω από το ανεμοβρόχι. (Μαίρη Βασάλου, Η πόρτα: μυθιστόρημα, εκδ. Καστανιώτη, 2001, σελ. 347)”
“※ Εκτός από την εγκαθίδρυση προσωποπαγούς απολυταρχικού καθεστώτος είναι για μας δύσκολο να διακρίνουμε το περίγραμμα του νέου σχήματος που ο Καίσαρ σκόπευε να δώσει στο ρωμαϊκό κράτος. (Rostovtzeff Michael Ivanovitch, Ρωμαϊκή ιστορία, μτφρ. Καλφόγλου Β., εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1984, σελ. 161.)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.