HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of πεολειχία | Babel Free

Noun masculine CEFR B2
/peoliˈçia/

Ορισμοί

η σεξουαλική πρακτική του ερεθισμού του πέους με το στόμα, ιδίως με τα χείλη και τη γλώσσα, με σκοπό τη διέγερση και την πρόκληση ερωτικής ηδονής, ο στοματικός έρωτας με σκοπό την ηδονή του άνδρα

Παραδείγματα

“Οι παρατηρήσεις μας είναι οι πρώτες που δείχνουν ότι συμβαίνει συστηματική πεολειχία σε ενήλικα ζώα πλην των ανθρώπων» γράφει η ερευνητική ομάδα. (Εφημερίδα Το Βήμα, 2/4/2013)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See πεολειχία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course