Meaning of πεντόβολα | Babel Free
/penˈdo.vo.la/Ορισμοί
- παιδικό παιχνίδι που παίζεται με πέντε βόλους ή πετρούλες
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πεντόβολο accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“※ Έξω στις αλάνες παίζαμε με τα γειτονόπουλα την τυφλόμυγα, τη μακριά γαϊδούρα, το κουτσό ή τα πεντόβολα. (Γιάννης Καιροφύλας, Αναμνήσεις ενός Αθηναίου)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.